↑ Επιστροφή σε Χτίζοντας

Σοβατίσματα – Επιχρίσματα

Είναι απαραίτητα? Απαντόντας πολύ αυστηρά αυτή την ερώτηση, θα πρέπει να πούμε ότι οι σοβάδες δεν είναι απαραίτητοι.

Στην πραγματικότητα οι σοβάδες, είναι ένα κομμάτι της κατασκευής που είναι δαπανηρό, χρονοβόρο και αρκετά «βρώμικο». Σε ότι αφορά το κόστος να υπολογίζετε πάντα αρκετά περισσότερα από την αγοραία τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο που κατ’ αρχήν θα σας δώσει ο εργολάβος σας. Στο τελικό ποσό που θα κληθείτε να καταβάλετε, θα πρέπει να προσθέσετε και αρκετά «τρεχόμετρα», δηλ. ακμές, γωνίες κλπ οι οποίες χρεώνονται με το τρέχον μέτρο. Επίσης υπάρχουν κι άλλα κόστη όπως απαραίτητα υλικά που θα πρέπει να προστεθούν, για την σωστή και ολοκληρωμένη εργασία: υαλοπλέγματα, νευρομετάλ, στεγανωτικά γαλακτώματα και πιθανώς ίνες ενίσχυσης του κονιάματος, για να αναφέρουμε μόνο μερικά.
Εάν έχετε κάνει έναν προϋπολογισμό χρησιμοποιώντας την τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο επί τα τετραγωνικά μέτρα τοιχοποιίας που έχει η οικοδομή σας, έχετε ήδη παραλείψει αρκετά τ.μ. εξαιτίας του ότι οι περισσότεροι τοίχοι θα σοβατιστούν σε δύο πλευρές.
Σε ότι αφορά το χρόνο, να περιμένετε ότι οι σοβάδες μιάς 2όροφης οικοδομής με κατόψεις περίπου 100τμ ανά όροφο, θα πάρουν τουλάχιστον τρεις εβδομάδες. Αν οι καιρικές συνθήκες είναι δυσμενείς (πολύ χαμηλές ή πολύ ψηλές θερμοκρασίες) είναι εύκολο αυτό το χρονικό διάστημα να διπλασιαστεί. Όταν τελικά ολοκληρωθεί η φάση των σοβατισμάτων, η οικοδομή θα χρειαστεί ένα καλό καθάρισμα από τα άχρηστα μπάζα, τα περισσότερα από τα οποία θα έχουν δημιουργηθεί από τα σοβατίσματα τα ίδια.
Παρόλο που πολύ θα επιθυμούσαμε να μπορούσαμε να «βγάλουμε από την εξίσωση της κατασκευής» τα σοβατίσματα, κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο γιατί οι σοβάδες μας προσφέρουν τα παράτω θετικά χαρακτηριστικά:
ι. μόνωση: η λεπτή αυτή στρώση του σοβά μονώνει τους τοίχους από τούβλο και τις κολώνες και τα δοκάρια του σκελετού (από μπετό) και από μεταβολές της θερμοκρασίας και από την υγρασία αλλά και από εξωτερικούς θορύβους. Παρόλο που οι μονωτικές ιδιότητες του σοβά για καθένα από τα τρία παραπάνω είναι μικρές, δεν μπορούν σε καμμία περίπτωση να θεωρηθούν αμελητέες όταν προσθέσουμε και τα τρία μαζί. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι ο σοβάς συμβάλει στην καλύτερη μόνωση της οικοδομής μας. Ας μην ξεχνάμε ότι θα έχουμε –μάλλον- ήδη θερμομονώσει τον φέροντα οργανισμό με φελιζόλ (κολώνες και δοκάρια) ενώ οι εξωτερικές τοιχοποιίες, αποτελούμενες από από διπλούς τοίχους, θα έχουν πάλι φελιζόλ στο κενό που δημιουργείται ανάμεσα στους δύο τοίχους.

ιι. προστασία: ο σοβάς παρέχει ένα επιπλέον στρώμα προστασίας ειδικά στο σκυρόδεμα. Δεν είναι απαραίτητο, αφού συχνά έχουμε και ανεπίχριστα σκυροδέματα, ωστόσο κανείς δεν μπορεί να αμφισβητίσει το γεγονός ότι αυτή η επιπλέον στρώση κονιάματος, προσθέτει ένα βαθμό προστασίας αφού στην περίπτωση του επιχρισμένου σκυροδέματος, το τελευταίο είναι προστατευμένο από την άμεση επαφή με τις καιρικές συνθήκες. Προσοχή όμως να μην έρχεται ο σοβάς σε επαφή με οπλισμούς που δεν έχουν επικαλυφθεί από σκυρόδεμα. Σ’αυτή την περίπτωση ο ασβέστης που περιέχεται μέσα στο σοβά σύντομα θα διαβρώσει τον οπλισμό. Ακόμα παρέχει και μία αρκετά σημαντική πυροπροστασία σε ότι καλύπτει. Για παράδειγμα στην περίπτωση ενός μεταλλικού σκελετού, ο σοβάς θα αποτελέσει την πρώτη γραμμή αντίστασης έναντι της καταστροφικής δύναμης της φωτιάς.
ιιι. εμφάνιση: Συνδυάζοντας και τα παραπάνω, το σοβάτισμα είναι πιθανώς ο οικονομικότερος τρόπος για να αποκτήσουμε μία ικανοποιητική, λεία και ομοιόμορφη εμφάνιση στο εξωτερικό και εσωτερικό της οικοδομής μας. Ο σοβάς θα διαστρωθεί ώστε να δώσει μία επίπεδη και λεία τελική επιφάνεια, καλύπτοντας όλες τις ανωμαλίες του μπετού ή των τούβλων. Στην πραγματικότητα, θα σκεπάσει και όλες τις μικρές κακοτεχνίες που μπορεί να υπάρχουν (και που οπωσδήποτε είναι σχεδόν αδύνατο να απουσιάζουν τελείως από μία κατασκευή).

Ας δούμε όμως τα υλικά του σοβά και τον τρόπο διάστρωσής του:
Ο σοβάς είναι ένα κονίαμα αποτελούμενο από άμμο, νερό, τσιμέντο και ασβέστη και σε κάποιες περιπτώσεις μαρμαρόσκονη αντί για άμμο και άσπρο αντί για το συνηθισμένο γκρί τσιμέντο. Η σωστή αναλογία των υλικών είναι αρκετά περίπλοκη υπόθεση και συνήθως για την επίτευξή της εξαρτόμαστε από την εμπείρία του τεχνίτη που χρησιμοποιούμε. Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως λ.χ. η υγρασία των υλικών, το υπόστρωμα που θα χρησιμοποιηθεί αλλά και τις καιρικές συνθήκες την χρονική στιγμή του σοβατίσματος. Η χρήση έτοιμων κονιαμάτων (που υπάρχουν στην αγορά) αυξάνει ελαφρώς το κόστος, αλλά εξασφαλίζει την σωστή και σταθερή αναλογία των υλικών που θα χρησιμοποιηθούν.
Η διάστρωση του σοβά γίνεται συνήθως σε τρείς φάσεις: πεταχτό, λάσπωμα και μάρμαρο, ενώ μπορεί να γίνει με το χέρι ή με ειδική αντλία (πρέσσα) που το πετάει με δύναμη πάνω στον τοίχο που σοβατίζουμε. Το συνολικό πάχος των τριών στρώσεων πρέπει να είναι 2 έως 3 εκατοστά για τους τοίχους και οπωσδήποτε λιγότερο για τα ταβάνια. Το λάσπωμα είναι το παχύτερο από τα τρία στρώματα. Η χρήση αντλίας είναι η πιο ενδεδειγμένη στις μέρες μας γιατί προσφέρει οικονομία χρόνου και εργατικών σε σχέση με το να γίνει η ίδια εργασία με το χέρι.

Aναλυτικά οι τρεις φάσεις του σοβατίσματος είναι:
α. το πεταχτό (όπως δηλώνει και το όνομά του) δεν λειένεται καθόλου και δεν χρειάζεται να έχει μεγάλο πάχος, γιατί σκοπός του είναι να αφήσει ένα τραχύ υπόστρωμα το οποίο θα προσφέρει ισχυρή πρόσφυση για το επόμενο στρώμα (που είναι και το βασικό στρώμα του σοβά), δηλ. το λάσπωμα. Ωστόσο, στην φάση αυτή πρέπει να τοποθετηθούν και οι οδηγοί (ψευτόκασσες) που θα καθορίσουν το πάχος της επόμενης στρώσης, καθώς και το υαλόπλεγμα. Οι οδηγοί πρέπει να τοποθετούνται αλφαδιασμένοι και στην ίδια οριζόντια ευθεία ώστε να οριοθετούν το λάσπωμα που θα ακολουθήσει, παράγοντας επίπεδη και κατακόρυφη τελική επιφάνεια. Το υαλόπλεγμα (πλέγμα από πλαστικό υλικό, συνήθως μπλέ χρώματος), πρέπει να τοποθετείται σε όλα τα σημεία που το υλικό του υποστρώματος αλλάζει: τούβλα – σενάζ, τούβλα – μπετό, τούβλα-φελιζόλ, μπετό – φελιζόλ, μπετό – λάσπη που σκεπάζει κανάλια ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, κλπ. Το ενισχυτικό αυτό υλικό (το υαλόπλεγμα) συνδέει τα δύο διαφορετικά υλικά με το σοβά, προστατεύοντας τον δεύτερο από ρηγματώσεις που θα αλλιώς θα προκαλούσαν οι συστολοδιαστολές λόγω θερμοκρασιακών αλλαγών αλλά και οι μικρές σεισμικές δονήσεις που τυχόν θα συμβούν. Στην περίπτωση που υπάρχει κάποιο σημαντικό κενό που θα απαιτήσει μεγαλύτερο πάχος σοβά από τα 2-3 εκ. που προαναφέραμε, τότε το κενό αυτό θα πρέπει να ενισχυθεί με μεταλλικό πλέγμα που είναι γαλβανισμένο ώστε να μην διαβρωθεί από τον ασβέστη που περιέχει ο σοβάς (νευρομετάλ). Στις γωνίες και αντί για οδηγούς είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν γωνιόκρανα ώστε να πετύχουμε καλύτερες κατακόρυφες και ολόισιες γωνίες.

β. Η επόμενη φάση – το λάσπωμα – που είναι και η παχύτερη από τις τρείς γίνεται γεμίζοντας την επιφάνεια ανάμεσα στους οδηγούς με σοβά και ακολούθως επιπεδόνοντας την επιφάνεια αυτή με τη χρήση μίας φαρδιάς πήχης την οποία ο τεχνίτης τρέχει πάνω στην επιφάνεια του τοίχου, ακουμπώντας την συχρόνως πάνω στους εκατέρωθεν οδηγούς. Όταν ολοκληρωθεί το λάσπωμα οι οδηγοί αφαιρούνται και γεμίζονται με λάσπη και αυτοί. Τέλος στην επιφάνεια του σοβά ο μάστορας θα τραβήξει κυματιστές γραμμές (συνήθως με μία μεγάλη χτένα) ώστε να βελτιώσει την πρόσφυση της επόμενης στρώσης. Στο σοβά του λασπώματος είναι καλό να προστίθεται στεγανωτικό μάζης (συνήθως γαλακτώδους μορφής), πράγμα που θα καταστήσει αυτή τη στρώση λιγότερα διαπερατή από υγρασίες. Ένα άλλο πρόσθετο που θα οφελούσε σημαντικά στην αντοχή του σοβά από ρηγματώσεις είναι διάφορες (συνθετικές συνήθως) ίνες οι οποίες οπλίζουν το κονίαμα.

εμφανή μπετά μπετό
γ. Η τελευταία στρώση του σοβά είναι το μάρμαρο. Σ’αντίθεση με τα προηγούμενα δύο στρώματα, αντί για άμμο χρησιμοποιούμε μαρμαρόσκονη και αντί για γκρι τσιμέντο  χρησιμοποιούμε  άσπρο (που είναι αρκετά ακριβότερο), ενώ για να πετύχουμε αυτό που τελικά είναι μία άσπρη τελική επιφάνεια, επίπεδη, λεία και έτοιμη για βάψιμο χρειάζεται τρίψιμο με τριβίδι. Αυτός ο τύπος τελικής επιφάνειας ονομάζεται τριφτό και παρόλο που δεν είναι ο μοναδικός είναι ο πιό συνηθισμένος τρόπος.

Σημεία που πρέπει να προσέξουμε:

  • Δεν σοβατίζουμε όταν η θερμοκρασία είναι χαμηλότερη από 5 ή ψηλότερη από 30 βαθμούς Κελσίου.
  • Ο ασβέστης πρέπει να είναι καλής ποιότητας και τελείως σβησμένος
  • Η σοβατισμένη επιφάνεια πρέπει να συντηρείται με κατάβρεγμα ιδιέταιρα αν ο καιρός είναι θερμος και ξηρός για να μην σκάει ο σοβάς.
  • Οι τρεις στρώσεις πρέπει να γίνονται με χρονική απόσταση μεταξύ τους, γιατί τα κονιάματα αυτά συρρικνώνονται. Αν η επόμενη στρώση πέσει πριν προλάβει η προηγούμενη να συρρικνωθεί, τότε θα ρηγματωθεί αφού το υπόστρωμά της δεν θα είναι σταθερό.
  • Για να αποφύγουμε μερεμέτια, θα πρέπει στα παράθυρα και στις πόρτες να τοποθετηθούν οι μαρματοποδιές αμέσως μετά το λάσπωμα και πριν από το μάρμαρο.
  • Η τοποθέτηση ψευτόκασων στα παράθυρα και τις πόρτες αν και δεν ειναι απαραίτητη, είναι ο συνηθέστερος τρόπος για να εξασφαλίσουμε ευθύγραμμα και ορθογωνικά ανοίγματα. Ακολούθως ο σοβατζής θα χρησιμοποιήσει τις ψευτόκασες σαν οδηγούς. Έτσι η πιθανότητα ενός στραβού ανοίγματος μειώνεται και το ίδιο και η πιθανότητα να χρειαστεί ένα άνοιγμα σκάψιμο ή κλείσιμο με μεγάλη ποσότητα σφραγιστικής σιλικόνης.
  • Οι μαρμαροποδιές των παραθύρων θα πρέπει να τοποθετηθούν κατά τη διάρκεια των σοβατισμάτων. Συνήθως μετά το λάσπωμα και πριν το μάρμαρο.
  • Θα πρέπει οι σοβάδες να προηγηθούν της σκεπής εάν έχουμε τοιχία πάνω από σκεπές. Εάν δεν έχουμε τέτοια τοιχία, καλύτερα θα είναι να προηγηθεί η σκεπή για να μην μείνουν μερεμέτια. Εάν μείνουν μερεμέτια, θα χρειαστεί ο σοβατζής να μας ξαναεπισκεφτεί μετά το τέλος των εργασιών κατασκευής της σκεπής (αυτό αυξάνει τον προϋπολογισμό κόστους και χρόνου).

Βρείτε σοβατζήδες για τα επιχρίσματά σας στο “Που θα βρω … “